Τικ τακ…
Τικ τακ… τικ τακ… ροκανίζεται άσκοπα ο χρόνος σε αβαρία συνέχειας. Κι ένα τσιγάρο εκεί… ανάμεσα στα κιτρινισμένα δάχτυλα, να ζητιανεύει μια φλόγα που αργεί. Γιατί άραγε; Κατέφθασε απρόσκλητη και η μοναξιά… ειδεχθής να καπηλευτεί… το γερασμένο απόγευμα που, οδεύει προς την λύτρωση. Τικ τακ… τικ τακ… ροκανίζεται άσκοπα ο χρόνος σε αβαρία συνήθειας!